Θεοχαρόπουλος σε Τσίπρα: Η συνταγματική αναθεώρηση γίνεται χωρίς κλίμα συναίνεσης

0
Θεοχαρόπουλος σε Τσίπρα: Η συνταγματική αναθεώρηση γίνεται χωρίς κλίμα συναίνεσης
σε τσίπρα η συνταγματι 2018

Θεοχαρόπουλος σε Τσίπρα: Η συνταγματική αναθεώρηση γίνεται χωρίς κλίμα συναίνεσης

Θεοχαρόπουλος σε Τσίπρα: Η συνταγματική αναθεώρηση γίνεται χωρίς κλίμα συναίνεσης

Τις βασικές προτάσεις της ΔΗΜΑΡ για την Αναθεώρηση του Συντάγματος εκθέτει ο πρόεδρος του κόμματος, Θανάσης Θεοχαρόπουλος, στην απάντησή του στην επιστολή-πρόσκληση που του είχε αποστείλει ο κ. Τσίπρας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

Συγκεκριμένα ο κ. Θεοχαρόπουλος αναφέρει:

«Είναι αναγκαία η κατάργηση των προνομίων του πολιτικού συστήματος, που αποτελεί αίτημα των πολιτών και κοινό τόπο των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων, συμβάλλοντας στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στην αναθεώρηση του άρθρου 86 «περί ευθύνης υπουργών», ώστε να καταργηθούν οι ειδικές προβλέψεις παραγραφής και να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες με εκείνους των υπολοίπων πολιτών, και του άρθρου 62 «περί ασυλίας των βουλευτών», ώστε αυτή να μην υπάρχει αυτοδικαίως ακόμα και όταν υπάρχουν κατηγορίες για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου. Δεν υπάρχει κανένας λόγος σήμερα να απολαμβάνει το πολιτικό προσωπικό ιδιαίτερα προνόμια προστασίας για ποινικές και κακουργηματικές πράξεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Είναι αξιοσημείωτο βεβαίως ότι και σε αυτά τα σημεία η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι άτολμη αφού προτείνεται μεν η κατάργηση της σύντομης παραγραφής αλλά διατηρείται η αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής για την άσκηση της ποινικής δίωξης των υπουργικών αδικημάτων».

Επιπλέον ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ επισημαίνει πως για να κοπεί πραγματικά ο ομφάλιος λώρος με τις πελατειακές σχέσεις και τη διαπλοκή, θα πρέπει να θεσπιστεί το ασυμβίβαστο της θέσης των στελεχών των κομμάτων σε σχέση με το κράτος ώστε, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, «να αποκρατικοποιήσουμε τα κόμματα και να αποκομματοποιήσουμε το κράτος». Ο κ. Θεοχαρόπουλος συμπληρώνει:

«Να θεσπίσουμε επίσης το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή με στόχο τη συμβολή στον απεγκλωβισμό από τις πελατειακές σχέσεις, καθώς και ανώτατο όριο θητειών για βουλευτές και ευρωβουλευτές, με στόχο την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού και συγκεκριμένα τριών πλήρων συνεχόμενων βουλευτικών θητειών που αντιστοιχούν σε 12 έτη και δύο για ευρωβουλευτές που αντιστοιχούν σε 10 έτη. Επιπλέον, αν στοχεύουμε σ’ ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, είναι καιρός να ενισχύσουμε την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και τον τρόπο ανάδειξης των προέδρων των ανώτατων δικαστικών σωμάτων, ώστε να ελαχιστοποιείται η δυνατότητα παρέμβασης της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας. Οφείλουμε επίσης να κατοχυρώσουμε συνταγματικά το ρόλο και τη λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών με απαιτούμενη πλειοψηφία για τη στελέχωσή τους τα 3/5 όχι στη Διάσκεψη των Προέδρων, αλλά στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας ή στην Ολομέλεια της Βουλής».

Αναφέρεται και στο κρίσιμο θέμα για την ανάγκη σταθεροποίησης του εκλογικού κύκλου αντί ενός μόνιμου κλίματος πολιτικής αβεβαιότητας. «Για αυτό προτείνω τη μείωση σε 160 των απαιτούμενων ψήφων στη Βουλή για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας στην τρίτη ψηφοφορία, στην περίπτωση που δεν εξασφαλίζονται 180 ψήφοι στις δύο πρώτες ψηφοφορίες, όπως επίσης και την πρόβλεψη πλειοψηφίας 3/5 στη Βουλή για την πρόωρη προσφυγή σε κάλπες για «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» για να είναι δύσκολη η κατάχρηση του συγκεκριμένου άρθρου», τονίζει και εκφράζει τη διαφωνία του με την πρότασή του ΣΥΡΙΖΑ «για εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό μετά από 7 ψηφοφορίες και ένα ολόκληρο εξάμηνο ψηφοφοριών στη Βουλή, όχι μόνο γιατί τη θεωρώ πρακτικά ανεφάρμοστη, αλλά και γιατί η εκλογή του Προέδρου από το λαό μπορεί να οδηγήσει σε συνθήκες δυαρχίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει μια λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, στην οποία θα μπορούσε να διαπιστωθεί ευρύτατη συναίνεση».

Επαναλαμβάνει τη σταθερή θέση της ΔΗΜΑΡ, για τον διαχωρισμό των σχέσεων εκκλησίας – κράτους. Όμως, υποστηρίζει ο κ. Θεοχαρόπουλος, «η προτεινόμενη από την κυβέρνησή σας αναθεώρηση βρίσκεται μακριά ακόμη και από τους διακριτούς ρόλους. Η ατολμία της πρότασης λόγω του ενδεχόμενου πολιτικού κόστους είναι προφανής. Γιατί από τη στιγμή που το Σύνταγμα θα συνεχίσει να ξεκινάει στο προοίμιό του με το «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», δεν μπορούμε να μιλάμε καν για θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους. Πώς μπορεί επίσης να είναι το κράτος θρησκευτικά ουδέτερο αν δεν αναθεωρηθεί το άρθρο 3 περί επικρατούσας θρησκείας, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 που ορίζει μεταξύ των σκοπών της εκπαίδευσης και την καλλιέργεια του θρησκευτικού συναισθήματος; Όσον αφορά δε τη μισθοδοσία των κληρικών, χρειάζεται να προχωρήσουμε στην πραγματική κατάργησή της από το κράτος και όχι στο εφεύρημα της αλλαγής του τρόπου πληρωμής μέσω επιδόματος και πάλι από το κράτος. Να μην αντιμετωπίζονται οι κληρικοί ως οιονεί δημόσιοι υπάλληλοι. Τα της εκκλησίας στην εκκλησία και τα του κράτους στο κράτος. Οι μεταβατικές διαδικασίες βεβαίως πρέπει να προσδιοριστούν. Ταυτόχρονα με τη ρύθμιση των περιουσιακών θεμάτων και τη δίκαιη φορολόγηση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας» .

Επίσης προτείνει το άρθρο 16 να τροποποιηθεί, ώστε «να επιτρέπεται συνταγματικά και η ίδρυση μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ, σοβαρών κι αξιόπιστων, με έλεγχο, αξιολόγηση, πιστοποίηση και την ίδια αυστηρή εποπτεία σύμφωνα με το πλαίσιο που ορίζει κάθε φορά η πολιτεία και για το δημόσιο πανεπιστήμιο, το οποίο άλλωστε αποτελεί για εμάς προτεραιότητα».

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

http://bit.ly/2JXh8SE